9528 - Κατοχικά έργα και σύγχρονα παράπονα

12 Αυγ 2017
Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης († 1983)

Προηγούμενος Ι.Μ. Αγίου Διονυσίου, Αγίου Όρους

Σεπτέμβριος του 1941. Εκ των στρατοπέδων της Γερμανικής Κατοχής, και ιδίως του «Παύλου Μελά» Θεσσαλονίκης, αι αποδράσεις επληθύνοντο καθ’ ημέραν και νύκτα τη βοηθεία του Ελληνικού υπηρετικού προσωπικού.

Οι πλείστοι των δραπετών ήσαν Νεοζηλανδοί στρατιώται και Κύπριοι εκ των αιχμαλωτισθέντων κατά την μάχην της Κρήτης, και μερικοί, ιδία αξιωματικοί, Άγγλοι.

Τους τοιούτους, μη γνωρίζοντας διόλου την χώραν, καθωδήγουν ειδικοί πράκτορες της μετέπειτα Εθνικής Αντιστάσεως, και ως προσφορώτερον τόπον αποκρύψεως επί τινα καιρόν υπεδείκνυον τας Χερσονήσους της Χαλκιδικής, και ειδικώτερον το Άγιον Όρος, ίνα εκείθεν ευκολώτερον έπειτα διεκπεραιούνται εις την Μέσην Ανατολήν διά Τσεσμέ και Αϊβαλί.


Ο πληθυσμός της Χαλκιδικής εξ ολοκλήρου σχεδόν αγροτικός και ειθισμένος εις τον τομέα αυτόν της Εθνικής δράσεως από τον καιρόν του «Μακεδονικού Αγώνος», οπότε το πλείστον των ανταρτών εισήρχετο διά των παραλίων της Χερσονήσου και προωθείτο με τα απαραίτητα υλικά προς το εσωτερικόν υπό μορφήν αγωγέων και εμπορευμάτων, χωρίς να λαμβάνη υπ’ όψιν του τας διαταγάς της «Φελντ Κομαντατούρ» (Γερμανική Διοίκησις κατοχής) και της «Γκεστάπο», διηυκόλυνε την από τόπου εις τόπον μετάβασιν των δραπετών κατά θαυμάσιον τρόπον.

Η μεταμφίεσις ήτο εύκολος, αλλά το χρώμα και το ανάστημα πολύ προδοτικά. Εις το πρώτον οι Νεοζηλανδοί μικρόν τι διέφερον από τους Έλληνας χωρικούς, ηλιοκαείς και αυτοί και επί τετράμηνον ήδη ταλαιπωρημένοι εις τα στρατόπεδα αιχμαλώτων. Οι Άγγλοι όμως ήσαν ευκολογνώριστοι, και παρίστατο ανάγκη να τους βάφουν οι χωρικοί τα μαλλιά με καραμπογιά (θειϊκόν σίδηρον) και να τους φορούν τα φαρδύπλατα παντελόνια της Μακεδονίας, κοινώς μπενοβράκια, δια να χάνεται κατά τι το ύφος των.

Οι πατέρες της Μονής Διονυσίου ήσαν οι πλείστοι στο τρύγημα των αμπελιών εις Μονοξυλίτην και μαζί των και ο Ηγούμενος. Μεταξύ δε των εργατών ήσαν κατ’ αρχάς 4-5 Νεοζηλανδοί, και εν τω μεταξύ ήρχοντο και άλλοι ημέραν παρ’ ημέραν από τον δρόμον της Ιερισσού.

Επειδή όμως περνούσαν εν τω μεταξύ από θαλάσσης και Γερμανοί, οι οποίοι πληροφορούμενοι από ιδικούς μας, ότι γίνεται τρύγος σταφυλών, ανέβαιναν και εκείνοι στο Μετόχι και στα αμπέλια, αναγκαζόμεθα να προωθούμε μερικούς αναλόγως των νέων αφίξεων.

Ένα εσπέρας μετά το φαγητόν, καθήμενοι στον ξενώνα (αρχονταρίκι) με το τζάκι της φωτιάς αναμμένο, διότι είχε βρέξει την ημέραν, βλέπαμε δύο τοιούτους Ζηλανδούς να εισέρχωνται εις την τράπεζαν του φαγητού κατάκοποι και νηστικοί, αλλά και πολύ στενοχωρημένοι.

Με τα ολίγα αγγλικά ενός εργάτου εμάθομεν παρ’ αυτών, ότι εις απόστασιν ώρας και πλέον άφησαν έναν αξιωματικόν Άγγλον, τραυματίαν εις το πόδι, και ότι από το τραύμα και την κόπωσιν και την πείνα αδυνατεί να βαδίση.

Εσκέφθημεν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να τον φέρωμεν στο Μετόχι, διότι εν τω μεταξύ ήρχισε πάλιν να βρέχη. Ετοιμάσαμε προς τούτο το καλύτερον ζώον, αλλ’ οι ελθόντες μάς επληροφόρησαν, ότι το μεγαλύτερο τραύμα είναι εις τον ένα γλουτόν, διαμπερές εις τα μαλακά, και το άλλο εις τον έτερον γλουτόν επιπόλαιον, αλλά και αυτό ανοικτόν, ανεπούλωτον, και ότι δεν δύναται να καβαλικεύση επ’ ουδενί λόγω, μας συνεβούλευσαν δε και υπεδείκνυον διά σχημάτων το πλείστον, ότι διά φορείου τέσσερις άνδρες θα ημπορούσαν να τον φέρουν και πολύ δύσκολα. Ευρέθη αντί φορείου μία καζάκα, από αυτάς πού μεταφέρουν στα χωριά πέτρες και λάσπες δύο άνθρωποι, αλλά μόλις την είδαν οι Ζηλανδοί, ήρχισαν να γελούν χωρίς να θέλουν, και διά παντομίμας μας έδωσαν να εννοήσωμεν, ότι ο άνθρωπος ήτο δύο μέτρα υψηλός το ανάστημα.

Ηναγκάσθημεν να προσθέσωμεν μακρύτερα ξύλα διά την άρσιν του αρχεγόνου φορείου, και έτερα τέσσαρα σανίδια ένθεν και ένθεν, και με τον Ηγούμενον επί κεφαλής έτεροι δύο Μοναχοί εκ των νεωτέρων και τέσσερις εργάται ξεκινήσαμε προς το μέρος της στάσεως του τραυματίου, βοηθούμενοι από δύο ηλεκτρικούς φανούς της τσέπης.

Μετά μίαν ώραν τον ευρήκαμεν σχεδόν ναρκωμένον από την πείνα και το κρύο. Τον σηκώσαμε, του δώσαμε κατ’ αρχήν ολίγον ούζο, και αφού συνήλθε, λίγα σταφύλια και τυρί, τα οποία έφαγε μετά βουλιμίας.

Εκ των Μοναχών, ο ένας Κρητικός, πολύ αστείος, μόλις τον είδε ξαπλωμένον, άρχισε να σιγοψάλλη κάτι ακατάληπτον, εις το κρητικόν γλωσσικόν ιδίωμα, και εις επίπληξιν του Ηγουμένου να σιωπήση, διηγείτο εις τους άλλους, έως ότου φάγη τα σταφύλια και το τυρί ο Άγγλος, το ανέκδοτον, ότι στην Πατρίδα του, όταν πεθάνη κανείς ηλικιωμένος, παίρνουν μοιρολογίστρες και τον κλαίγουν συνθέτοντας και αυτοσχέδια δίστιχα, σχέσιν έχοντα με την παλληκαριά του, τα πλούτη, τας αρετάς του, και η αμοιβή των τοιούτων γυναικών είναι ως επί το πολύ εις είδος, και ιδίως εις κουκιά, των οποίων γίνεται μεγάλη κατανάλωσις εις φαγητά.

Συνέπεσε λοιπόν ν’ αποθάνη κάποιος υπερύψηλος το ανάστημα, η δε συμφωνία ήτο ένας κούτελος (10) οκάδες. Και η μοιρολογίστρα μόλις τον είδε, άρχισε να κλαυθμηρίζη εις επήκοον των «βαρυπενθούντων» συγγενών:

Μακρύς μακρύς με φαίνεσαι

και τα κουκιά είναι λίγα,

εννοούσα αύξησιν της αμοιβής της αναλόγως του μήκους του λειψάνου.

Όλοι εγέλασαν με την καρδιά τους, και η επωδός κατέστη ο ψυχαγωγικός ψαλμός της ζωντανής κηδείας.

Πέντε ώρας διήρκεσεν η μακάβριος μεταφορά, διότι εκτός της δυσβάτου ατραπού μάλλον ή δρόμου, κατά την ανώμαλον κάθοδον και άνοδον, ότε μεν εύρισκαν επί των θάμνων και πετρών οι κρεμάμενοι γυμνοί πόδες του, ότε δε η ξανθή κεφαλή του, αλλ’ αυτός πρηνηδόν λόγω των τραυμάτων του επί της καζάκας εις ουδέν ελογίζετο αυτά, και εξ εναντίας συνεμερίζετο και αυτός τα αστεία των μεταφορέων, και όταν χτυπούσε ή γρατσουνίζετο από τα κλαδιά, επιφωνούσε: «γκουτ, γκουτ, βέριγκουτ».

Έμεινε κατάκοιτος εις το Μετόχι, και όταν τελείωσε ο τρύγος μυστικά τον μεταφέραμεν εις την Μονήν, πεντάωρον θαλασσίως απέχουσαν και εκεί εν γνώσει μόνον 4-5, τον ενοσηλεύσαμεν επί δύο μήνας εις τα καταχθόνια της λαβυρινθώδους οικοδομής. Δυστυχώς αι πληγαί είχον πολυκαιρίσει, απολυμαντικά δεν υπήρχον τότε δραστικά, ως επεβάλλετο, και η βαζελίνη η οποία εμαλάκωνε τους πόνους, διηύρυνε αντί να κλείση τας πληγάς. Και μίαν ημέραν καλέσας τον Ηγούμενον διά του Νοσοκόμου, αφού δακρύων ηυχαρίστησε διά την πατρικήν αγάπην και φιλοξενίαν, εξέφρασε την επιθυμίαν του να τον προωθήσωμεν κατά τα Καυσοκαλύβια και την Λαύραν, διά να δυνηθή να περάση εκείθεν εις την Τουρκίαν, διότι αι πληγαί του ελλείψει ιατρού και φαρμάκων επεδεινώθησαν. Εύρομεν δικαιολογημένην την αδημονίαν του και απεφασίσαμε την μεταφοράν του διά της λέμβου εις Καυσοκαλύβια, το ακραίον σημείον της Χερσονήσου με τον ασφαλή διά πλοιάρια όρμον του «Αγίου Χριστοφόρου».

Ήταν τα μέσα Νοεμβρίου και η χιών περίπου ημίσεος μέτρου ύψους. Αναμέναμεν να ησυχάσουν οι Πατέρες, και ολίγον μετά μεσημβρίαν κρατούντές τον εκ των βραχιόνων επορευόμεθα βραδέως προς την θάλασσαν. Εκεί όμως εις την κατωφέρειαν του «Προσκυνηταρίου» λόγω και της ολισθηρότητος της χιόνος ξέφυγε και ολισθήσας έπεσεν επί των γλουτών, και εκ της αναξέσεως της πληγής ελιποθύμησεν.

Περιβρέξαντες αυτού διά χιόνος το μέτωπον και ποτίσαντες διά ολίγου ούζου, τον συνεφέραμεν και εντός ολίγου τον επεβιβάσαμεν επί της λέμβου μας διά τα Καυσοκαλύβια ή Λαύραν. Αλλ’ ω του κακού συναπαντήματος! Δεν είχον κωπηλατήσει πεντήκοντα μέτρα οι ναύται Μοναχοί μας, και ιδού εφάνη ερχόμενος προς την αυτήν κατεύθυνσιν άλλη κωπήλατος λέμβος και εντός αυτής στρατιώται, προφανώς Γερμανοί, των οποίων, ως εκάθηντο, εξείχον αι κάνναι των όπλων των.

Αλλ’ ω, και των σοφών Σου κριμάτων, Χριστέ! Αντί να προχωρήσουν προς τον Άγιον Παύλον, όπου προωρίζοντο, εκ λάθους προδηλότατα και θείας οικονομίας, αντί να λογίσουν ως δευτέραν επί της παραλίας την Μονήν μας, αυτοί συμπεριλαβόντες και την Σιμωνόπετραν υπέθεσαν αυτήν ως Αγίου Παύλου, ένθα είχε καταδοθή κρυπτόμενος όμιλος αιχμαλώτων, Άγγλων και Ζηλανδών.

Η απόβασίς των εις την ημετέραν αποβάθραν μάς έσωσεν εκ βεβαιότατου κινδύνου, καθότι ως ταχυτέρα η λέμβος των θα έφθανεν ασφαλώς την ημετέραν, ο δε επιβάτης μας γενόμενος έτι ξανθίτερος εκ της διμήνου εγκαθείρξεως, εγνωρίζετο μακρόθεν ως Άγγλος, και αι κυρώσεις κατά των αποκρυπτόντων αιχμαλώτους, και δη αξιωματικός, ως αυτός (Υπολοχαγός), ήσαν αυστηρόταται. Εδοξάσαμεν τον Θεόν διά την ανέλπιστον σωτηρίαν και ημών, αλλά προ παντός της Μονής μας, διότι είχον εντολάς, όπου ανακαλύψουν κρυπτομένους αιχμαλώτους να πυρπολούν το Ίδρυμα, ως έκαμον και με την εν Παγγαίω Ιεράν, πολυπαθή και πολύπλαγκτον Μονήν της Εικοσιφοίνισσας.

Προέκυψεν όμως αμέσως άλλο πρόβλημα, πώς θα δικαιολογούσαμεν τα αίματα του δρόμου, και εκείνην την μεγάλην κηλίδα κατά το ολίσθημα του δρόμου. Και εδώ ετέρα θεία έμπνευσις εφώτισε τον νουν του Ηγουμένου, και όταν έφθασαν, εις έντονον ερώτησιν του επί κεφαλής Γερμανού, απήντησεν ανενδοιάστως, ότι τα υποζύγια της Μονής, λόγω της ξηράς τροφής που τρώγουν τον χειμώνα, παθαίνουν αιματουρίαν και το τοιούτον εις την λευκήν χιόνα φαίνεται ως αίμα. «Μάλιστα, τους είπε, πιο επάνω, οπού ομαδικώς ουρούν, θα ιδήτε καθαρότερον το τοιούτον». Και ούτως εκολάσθη και η μεγάλη αιματοκηλίς, ως ουρητήριον των ζώων.

Πόσα οικονομεί η Θεία Πρόνοια! Ανεξιχνίαστοι αι βουλαί της!

Μόλις ανήλθομεν εις το Ηγουμενείον, ίνα διασκεδάση ο Ηγούμενος την βλοσυρότητά των, διέταξε και έφερον ούζο, το όποίον αυτοί υπερηγάπων, και τυρί. Μετά δύο ποτηράκια νομίσας, ότι έσπασε ο πάγος ηρώτησε διά του Έλληνος διερμηνέως των: «Ποίος ο σκοπός της επισκέψεώς των, αν επετρέπετο». Και αυτοί απήντησαν σκωπτικώς, ότι «φέρουν χαιρετίσματα στους φίλους μας Άγγλους, τους οποίους φιλοξενούμεν εν τη Μονή».

Εις το άκουσμα κατεξανέστη ο Ηγούμενος και διά του ιδίου διερμηνέως εδήλωσε σαφώς, ότι η Μονή είναι εις την διάθεσίν των, και αν ευρεθή ίχνος Άγγλου, να τον περιχύσουν διά πετρελαίου και να τον καύσουν εις το μέσον της αυλής τον ίδιον τον Ηγούμενον.

Εις την διακοίνωσιν ταύτην ο επί κεφαλής είπε καγχάζων: «Ότι αυτές τις Κεφαλλονίτικες πονηριές τις μάθαν πλέον οι Γερμανοί και δεν περνούν…».

Ο Ηγούμενος εννόησεν, ότι εξελήφθη η Μονή του ως του Αγίου Παύλου, όπου το πλείστον των Πατέρων είναι Κεφαλλήνες, και ζητήσας συγγνώμην, εξήλθεν προς στιγμήν και έστειλεν επειγόντως είδησιν προφορικήν εκείσε, ότι απόσπασμα Γερμανικόν έρχεται προς έρευναν δι’ ανακάλυψιν Άγγλων.

Μετά μίαν ώραν, ότε πλέον είχε φθάσει η είδησις εις τον προς ον όρον, έφερε και πάλιν το ζήτημα εις την συνομιλίαν.

Και εις βεβαίωσιν και αύθις του Γερμανού ότι οι Κεφαλλήνες ανέκαθεν συμπαθούν τους Άγγλους, και είναι βέβαιος ότι κρύπτονται τοιούτοι εν τη Μονή, του είπεν ότι εις την Μονήν αυτή ούτε ένας Κεφαλλήν ή Επτανήσιος δεν υπάρχει. Εκείνος τινάχθηκε επάνω και ρώτησε: «Μα δεν είναι εδώ ο Άγιος Παύλος;…»· Και εις βεβαίωσιν του Ηγουμένου ότι είναι παρέκει, το άλλο Μοναστήρι, διέταξε αμέσως και αυτοστιγμεί την αναχώρησιν προς τα εκεί. Ήτο όμως αργά. Η θεία Πρόνοια είχεν επιτελέσει το έργον της.

Ταύτα έως εδώ. Τα παρακάτω περιγράφονται από τον ίδιον τραυματίαν Άγγλον, τότε Υπολοχαγόν και ήδη Διοικητήν Ταξιαρχίας εν Κένυα, δρώσης κατά των ιθαγενών Μάου-Μάου, ίσως αύριον κατά των Πατριωτών Κυπρίων, ίνα αποδοθή η ευγνωμοσύνη των κοινών αγώνων κατά τους δύο μεγάλους πολέμους, οπότε οι νυν φίλοι των Τούρκοι, κατά τον πρώτον τους ρίξανε στη θάλασσα των Δαρδανελλίων, εις δε τον δεύτερον εθεώντο απαθώς την αγωνίαν των. Τους έφαγαν βαγόνια ολόκληρα λίρες, και εν τέλει ερωτοτρόπουν προς τους Γερμανούς και εξώντωναν μυστικώς τους αποβιβαζομένους εις την χώραν των Άγγλους και Αγγλόφιλους.

Και προς πίστωσιν, ας ακούσωμεν τί γράφει εις το βιβλίον του ο ανωτέρω Θωμάς Τόμψων. Αφού εξιστορεί όλα τα διατρέξαντα μετά την δραπέτευσίν του εκ Θεσσαλονίκης και τα της περιθάλψεώς του παρ’ ημών, ως άνωθι, και έτι ζωηρότερου, λέγει ότι από της μεταβάσεώς του εις Καυσοκαλύβια ανεχώρησαν μετά δεκαήμερον εν μέσω χειμώνος με λέμβον, ην ωδήγουν δύο νεαροί και ενθουσιώδεις Μοναχοί, και εντός είκοσι ωρών ευρίσκετο έξωθι του Αϊβαλί. Εκεί όμως εσηκώθη σφοδρός εναντίος άνεμος και εντός δέκα εξ ωρών ιστιοπλοΐας και με σφοδράν τρικυμίαν ευρέθησαν πάλιν έμπροσθεν της Λαύρας. Αυτός απεγοητεύθη και παρεκάλει τους Μοναχούς να τον βγάλουν έξω. Εκείνοι όμως γνωρίζοντες, ότι η Λαύρα είχε γερμανικόν φυλάκιον, δεν του έδιδον σημασίαν, παρά μόνον σταυροκοπούντο και έλεγον προσευχάς. Ως δε έμαθε παρ’ αυτών ύστερον, τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, Ύμνον παρεμφερή προς το «Άβε Μαρία» των Καθολικών.

Παρ’ ελπίδα και εντός λεπτών ήλλαξεν ο καιρός και ο άνεμος μετετράπη εις Ζέφυρον (μαΐστρον), με τον οποίον ουριοδρομούντες εφθάσαμεν εντός εικοσαώρου εις Τσεσμέν της Ερυθραίας. Και τότε, δη τότε, ήτο το θαύμα της Παναγίας εις την προκυμαίαν! Ίστατο εν πολιτική περιβολή ο αδελφός του, ανώτερος Αξιωματικός του Αγγλικού στρατού, εντεταλμένος να παραλαμβάνη τους φυγάδας εξ Ελλάδος διά Μέσην Ανατολήν, και παρ’ ου έμαθεν, ότι αν απεβιβάζετο εις Αϊβαλί ή άλλον δρόμον της Σμύρνης, ασφαλώς θα εξωντώνετο από τους γερμανόφιλους Τούρκους.

Και όμως!… Δεν αποκλείεται και αυτός ο γράφων και ο αδελφός του εν συνεργασία μετά των φίλων των Τούρκων να κτυπήσουν τους ειλικρινείς και πάντοτε συνεπείς φίλους και συμμάχους Έλληνας!… Ο εν λόγω Θωμάς Τόμψων εξακολουθεί να μας γράφη, το δε βιβλίον του επιγράφεται Τόμας Τόμψων, London 1946(24).

Ο Νεοζηλανδός ήρωας του διηγήματος Major General W. Β. «Sandy» Thomas, το έτος 2011, έζη ακόμη εις την Αυστραλίαν εις ηλικίαν 92 ετών. (σημ. 98ετής ζει και σήμερα). Το έτος 2009 απέστειλε τον εγγονόν αυτού Cris Paul, προκειμένου να βαδίση την διαδρομήν αποδράσεως του παππού του, 68 έτη αργότερον. Το έτος 2004, οι Νεοζηλανδοί μετέφεραν την Ιστορίαν του εις κινηματογραφικήν ταινίαν, η οποία απετέλεσε το γεγονός της χρονιάς, ενώ το ως άνω βιβλίον του εγνώρισε πολλάς εκδόσεις. 
Ενταύθα παρατίθεται φωτογραφία του εξωφύλλου της πρώτης εκδόσεως με τον πλήρη τίτλον Dare to be free – Exciting record of war adventure – Escaper Hidden by Monks of Mount Athos (Τολμώντας για ελευθερία – Η συναρπαστική ιστορία μιας πολεμικής περιπέτειας – Αιχμάλωτος κρυμμένος από Μονάχους του Αγίου Όρους).

Πηγή: Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, «Λόγος Γέροντος»· 
Αρχιμ. Γαβριήλ † Καθηγουμένου 
I. Μ. Αγίου Διονυσίου (1887-1983), 
Άγιον Όρος 2013

Το ευχαριστήριον έγγραφον της Νεοζηλανδικής Κυβερνήσεως

Σας απευθύνω το σύντομον αυτό μήνυμα διά να σας είπω πόσον η Κυβέρνησις και ο Λαός της Νέας Ζηλανδίας είναι ευγνώμονες προς το Ελληνικόν Έθνος.

Ενθυμούμεθα όλα όσα εκάματε διά να βοηθήσετε τους Νεοζηλανδούς Στρατιώτας οι οποίοι, έμειναν οπίσω όταν η χώρα σας κατελήφθη από τον Γερμανικόν Στρατόν τον Απρίλιον του 1941. Έχομεν βαθείαν συναίσθησιν της υποχρεώσεώς της Νέας Ζηλανδίας προς τους γενναίους τούτους Έλληνας διά το θάρρος και την αυτοθυσίαν των….

Εις σας προσωπικώς επιθυμώ να είπω ότι ουδέποτε θα λησμονήσωμεν αυτό που εκάματε.

Γνωρίζομεν ότι ενεδύσατε και εθρέψατε τους όταν εσείς οι ίδιοι εστερείσθε και τούτο πράττοντες υπεφέρατε και εκινδυνεύσατε. Δι’ αυτά είμεθα βαθέως ευγνώμονες. Σας απευθήνω τας ειλικρινεστέρας ευχάς διά την ευτυχίαν και ευημερίαν της χώρας σας από τους φίλους και συναδέλφους σας εκ Νέας Ζηλανδίας.

Πρωθυπουργός

Διοικητής 2ου Νεοζηλανδικού Εκστρατευτικού Σώματος