10068 - Το Άγιον Όρος και ἡ Παιδεία του Γένους μας (Ρωμηοί Ορθόδοξοι Ελληνοκύπριοι)

12 Ιαν 2018
Ἡ πνευματική δίψα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ γιά νά μάθει καί νά ζήσει τήν ἐν Χριστῷ ζωή, τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἑλληνορθόδοξο Παράδοση καί ἡ συστηματική προσπάθεια, πού καταβάλλεται ἀπό ξένους καί ἐντοπίους (μερικούς), γιά νά ἐπιβληθεῖ καί στήν Ἑλλάδα καί στήν Κύπρο τό Εὐρωπαϊκό καί Ἀπωανατολικό πρότυπο ζωῆς, σκέψεως καί παιδείας ἀπασχόλησε τά τελευταῖα 15-20 χρόνια τό Ἅγιον Ὄρος. 

Καρπός τῆς ἀνησυχίας καί ἐν Χριστῷ ἀγωνίας τῶν Ἁγιορειτῶν γιά τήν κατάσταση αὐτή εἶναι τό ἱεροκοινοτικό κείμενο περί παιδείας, πού ἔχει τίτλο: «Τό Ἅγιον Ὄρος καί ἡ Παιδεία τοῦ Γένους μας», πού δημοσιεύτηκε τό 1984 καί εἶχε βαθειά ἀπήχηση στόν Ἑλληνικό λαό. Ἐπειδή τά ἴδια καί χειρότερα προβλήματα ὑπάρχουν στόν χῶρο τῆς Παιδείας τῆς Ἑλλάδος καί Κύπρου, θά θέλαμε νά ξαναδιαβάσουμε περιληπτικά τίς κυριότερες θέσεις τοῦ κειμένου αὐτοῦ, γιά νά θυμηθοῦμε καί νά ἀξιολογήσουμε σωστά ποιοί εἴμαστε, τί πρέπει νά κάνουμε, πῶς θά ζήσουμε ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς, τί θά παραδώσουμε στά παιδιά μας, ἄν θέλουμε νά μείνουμε Ἕλληνες καί Ὀρθόδοξοι, καί γιατί νά ἐπιμείνουμε σέ αὐτά τά δύο πνευματικά μεγέθη.


Στόν πρόλογο τοῦ κειμένου τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους περί παιδείας διαβάζουμε τά ἑξῆς (σελ. 5): «Τό Ἅγιον Ὄρος συνήθως ὁμιλεῖ μέ τήν σιωπή του. Ὑπάρχουν, ὅμως, περιστάσεις, πού ἡ σιωπή τοῦ Ὄρους γίνεται λόγος. Αὐτό συμβαίνει, ὅταν ἡ Ἀλήθεια τῆς Πίστεως καί τῆς Ζωῆς μας νοθεύεται… Δέν θέλουμε νά μιλήσουμε ἐμεῖς οὔτε νά προβάλωμε ἀτομικές ἀπόψεις. Θέλομε καί προσευχόμαστε νά μιλήσει τό Ἅγιον Ὄρος, ἡ Ὀρθοδοξία. Νά μιλήσουν αὐστηρά καί συγχρόνως φιλάνθρωπα. Ὄχι, γιά νά καταδικάσουν, ἀλλά γιά νά ἀνορθώσουν, νά παραμυθήσουν.

Ἡ σιωπή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού γίνεται λόγος, εἶναι ἡ ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἦταν ἡ γλῶσσα τοῦ Παραδείσου, τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων. Αὐτή τήν γλῶσσα μιλᾶ τό Ἅγιον Ὄρος πάντοτε, συνεχίζοντας τήν παράδοση. Καί, ὅταν χρειασθεῖ, τήν κάνει λόγο. Ὅμως, δέν παύει ἀπό τοῦ νά εἶναι ἡ σιωπή χρυσός καί ἡ γλῶσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος (Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος)».

Ἄς δοῦμε, λοιπόν, τί ἡ σιωπή λέει (σελ. 7):

«Μήπως ὅλο αὐτό, πού ὀνομάζουμε νεοελληνικό πολιτισμό (ἤθη, ἔθιμα, παιδεία, ἀγωγή…), ἦταν κάτι καλό, εἶχε πράγματι ἀξία, ἀλήθεια καί ἑνότητα, ἀλλά ἦταν γιά μία ἐποχή, πού πέρασε;… Ὁ τεχνικός πολιτισμός, ἡ βιομηχανική ἀνάπτυξη, τά μεγάλα ἀστικά κέντρα, τά μέσα ἐνημερώσεως (τηλεόραση, τύπος), ὁ τουρισμός,… δέν δημιουργοῦν νέες συνθῆκες ζωῆς σέ κλίμακα παγκόσμια»; Καί ἀπαντᾶ (σελ. 8) :

 «Ὁ πολιτισμός μας… ἀνέτειλε ἐκ τοῦ «τάφου». Γεννήθηκε καί ἀνδρώθηκε μέσα σέ δυσκολίες. Πολλές δοκιμασίες καταλυτικές, ποικίλων μορφῶν καί εἰδῶν, πέρασαν ἀπό πάνω του, ὅμως δέν ξεριζώνεται εὔκολα, ἀλλά θεριεύει. Πολλές φορές, ὄχι μια, ξενιτευτήκαμε οἱ Ἕλληνες καί δέν χάσαμε τήν πίστη μας καί τόν χαρακτήρα μας, ἀλλά τότε συχνά τά εἴδαμε καλύτερα καί τά ζήσαμε πιό δυνατά».

Καί ἐπανέρχεται στά καυτά ἐρωτήματα : (σελ. 9) «Γιατί στό θέμα τῆς παιδείας νά τά ἔχωμε χαμένα στόν τόπο, πού γεννήθηκε ἡ παιδεία; Γιατί μετά τό 1821 ἀκόμη παραπαίομε»;

Ἀντί ἄλλης ἀναλύσεως ἤ ἀπαντήσεως τό κείμενο ἀναφέρεται στό τί εἶναι τό Ἅγιον Ὄρος. Μᾶς ἀνάγει σέ μιά ἄλλη σφαῖρα ὀπτικῆς γωνίας τῆς αἰωνιότητος.

(Σελ. 10) Στό Ἅγιον Ὄρος «κάθε Μοναστήρι ἕνα ἄλλο μέγεθος, χαρακτήρας, τόπος, ἄλλη ἔκφρασι τῆς ἴδιας πραγματικότητος, τοῦ ἴδιου πνεύματος… Ἡ λειτουργική κοινότης δέχεται τόν καθένα. Ὁ κάθε ἄνθρωπος χωρᾶ, βρίσκει τήν θέση του.

Ἰσότης δέν εἶναι ἰσοπέδωσι – αὐτό εἶναι καταστροφή, ἀφύσικη ἐνέργεια γιά ὅλους. Ἰσότης μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι τό νά βρῆ καθένας τόν ρυθμό του. Νά χαίρεται τήν ζωή του. Νά βρεῖ τήν δόξα στήν ταπείνωσι, τόν πλοῦτο στήν ἑκούσια φτώχεια, τόν ἀληθινό, ὁλόσωμο γάμο μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ διά τῆς ἐν ἁγνότητι ζωῆς…

(Σελ. 11) Ὑπάρχουν οἱ Σκῆτες σάν μοναχικά χωριά… Ὑπάρχουν τά Κελλιά… Ὑπάρχουν τά Ἡσυχαστήρια… Κάθε Σκήτη, Κελλί, Ἡσυχαστήριο ἐξαρτᾶται ἀπό μία Μονή. Κάθε Μονή εἶναι αὐτοδιοίκητη. Ὅμως, ὑπάρχουν στίς Καρυές οἱ εἴκοσι ἀντιπρόσωποι τῶν εἴκοσι Μονῶν γιά τά γενικοτέρας φύσεως προβλήματα...

(Σελ. 12) Ὅλοι εἶναι ἀδελφωμένοι καί ὅλοι ἐλεύθεροι. Ὅλοι βρίσκουν τόν ρυθμό τῆς ζωῆς τους, δοξολογοῦν τόν Θεό μέ ὅλη τήν ὕπαρξη τους… Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀναπαυμένοι. Ὅλοι οἱ χαρακτῆρες ἔχουν βρεῖ τήν θέση τους. Ὅλοι οἱ λαοί εἶναι ἀδελφωμένοι: Ἕλληνες, Ρῶσοι, Σέρβοι, Βούλγαροι εἶναι ἁγιορεῖτες, παιδιά τῆς Παναγίας, ἀληθινοί ἀδελφοί ἐν τῷ ὑπερώῳ Τόπῳ τῆς θείας Λειτουργίας, στό Περιβόλι τῆς Παναγίας.

(Σελ. 13) Στό Ἅγιον Ὄρος σοῦ κάνει ἐντύπωση ἡ στοργή καί ἡ αὐστηρότης. (Σελ. 14) Βρίσκεσαι σ' ἕνα ἐλεύθερο καί ἀληθινό πανεπιστήμιο˙ πανεπιστήμιο τῆς ἐρήμου.

Δέν καλλιεργεῖς μία ἱκανότητά σου, ἕνα τάλαντό σου, μιά ὁρισμένη ὥρα τῆς ζωῆς σου. Ἀξιοποιεῖς ὅλο τόν ἑαυτό σου σ' ὅλο τόν χρόνο σου. Ἐξαγιασμός ὅλων τῶν δυνατοτήτων, πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Χριστοποίησις καί λόγωσις ὅλων τῶν αἰσθήσεων τοῦ ἀνθρώπου. Νά γίνει ὅλος μία αἴσθηση… (Σελ. 15) Νοιώθεις κάτι νέο, ἀσύλληπτο, ἀπερίγραπτο νά σκηνώνει μέσα σου. Ἀντανακλᾶ γύρω σου. Εἶναι γεμάτη ἡ ὕλη μέ θεία χάρι…

Σοῦ μαθαίνει νά εὐγνωμονεῖς, νά ἀγαπᾶς τούς ἀδελφούς σου, πού εἶναι κοντά σου. Νά βλέπεις τίς ἀρετές τους. Καί στό τέλος νά εὐχαριστεῖς, νά εἶσαι ὑπόχρεως πιό πολύ γιά τίς ἀδυναμίες, πού πιθανῶς ὡς ἄνθρωποι ἔχουν. Νά μή βρίσκης λόγους νά τούς εὐχαριστήσεις, ἄν κάποτε σέ πληγώσουν… (Σελ. 16) Τό ἴδιο πνεῦμα κυκλοφορεῖ καί φανερώνεται παντοῦ. Στήν ὅλη ἀρχιτεκτονική τοῦ Ὄρους… Στήν διοργάνωση τοῦ προγράμματος. Στήν ἔκφραση τῶν εἰκόνων. Στήν ποίησι. Στό μέλος. Στήν ἀρχιτεκτονική τοῦ λόγου καί τῆς ζωῆς.

Τί ἀρχιτέκτονες τοῦ λόγου εἶναι αὐτοί οἱ Πατέρες! Τί ζωντανοί ἄνθρωποι! Πῶς παίρνουν ὅλο τόν πόνο, τόν καρπό, τήν ἔκφραση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τόν ἀξιοποιοῦν, εὐλογοῦν, μεταμορφώνουν!

Πῶς μέσα ἀπό τίς ἀκολουθίες, στούς κανόνες, στά κείμενα τῶν Πατέρων βρίσκομε ὅλη τήν ἀναζήτηση τῆς ἀνθρωπότητος δικαιωμένη!...

(Σελ. 18) Καί διά τῶν Ἁγίων Πατέρων εἶναι ὅλοι παρόντες. Ἀκοῦς τήν γλῶσσα τοῦ Ὁμήρου στούς ἰαμβικούς κανόνες. Τήν ἀττική καί τήν «κοινή» στήν ὑμνολογία καί τήν πατερική θεολογία. Τήν βυζαντινή σέ μεταγενέστερους συγγραφεῖς. Τή νεώτερη στόν Συναξαριστή τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, πού μιλᾶ ἐλεύθερα καί δέν διστάζει νά πεῖ τό ἅρμα τοῦ Προφήτη Ἠλία «καρότζα», νά μεταφράση τήν ἐπί πίνακι μεταφορά τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου ὡς μεταφορά μέσα σέ «τζανάκι». Καί ταυτόχρονα χρησιμοποιεῖ δοτικές καί ἀπαρέμφατα… (Σελ. 19) Νοιώθεις νά λάμπει τό ἔνδυμα τοῦ λόγου τους μέ τήν ἴδια χάρι, πού λάμπει ἡ ψυχή τους».

Ὕστερα ἀναφέρεται στίς σχέσεις πρωτοτύπου κειμένου καί μεταφράσεως, πού ἔκαναν Ἁγιορεῖτες. Λέει : (Σελ. 20) «Ὑπάρχουν μερικές μεταφράσεις, πού σέ βάζουν σέ δίλημμα˙ τί νά προτιμήσεις, τήν μετάφραση ἤ τό κείμενο… Καί ὅλο αὐτό, γιατί ὁ μεταφραστής δέν δουλεύει μηχανικά πάνω σέ λέξεις μέ λεξικά, ἀλλά πιό πολύ ζῆ τίς ἴδιες ἐκπλήξεις μέ τόν πρῶτο δημιουργό, εἶναι σύγχρονός του, ἄν καί τούς χωρίζουν αἰῶνες, τρέφεται ἀπό τήν ἴδια πηγή… Ζητᾶ τήν «ἄγνωστον γνῶσιν» καί κάνει νά ἀκουστοῦν τά ἀνήκουστα…

(Σελ. 21) Ἡ ζωή στό Ὄρος εἶναι συντροφιά μέ τούς Ἁγίους, ἀστείρευτη πηγή ἐκπλήξεων…

(Σελ. 22) Στό Ἅγιον Ὄρος «ὅλα εἶναι δωρεά τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου, τῆς θεώσεως τοῦ προσλήμματος, τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου, τῆς συναναστάσεως διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁλοκλήρου τοῦ σύμπαντος.

Ἐπλήρωσε τά σύμπαντα εὐωδίας. Τά πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός, γῆ καί τά καταχθόνια. Καί διά τήν ὑπερέχουσαν φανότητά του αὐτό τό φῶς φαίνεται καί λέγεται γνόφος, παρά φῶς. Ὅσοι ὅμως πνευματικῆς εὐμοιρήσωσιν χάριτος, ὅσοι ἀξιωθοῦν νά γίνουν κοινωνοί τῆς ἀκτίστου καί θεοποιοῦ ἐνεργείας, μποροῦν μέ τόν νοῦ καί τίς αἰσθήσεις νά βλέπουν τά ὑπέρ πάντα νοῦν καί αἴσθησιν μυστήρια…

(Σελ. 24) Στήν θεολογία, πίστι καί ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Θεός γνωρίζεται ἀγνώστως, ὁρᾶται ἀοράτως. Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἐνῶ ἡ θυσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη, ἀόρατη, ἀμέθεκτη ὁλωσδιόλου ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τίς δυνατότητες, πού αὐτός διαθέτει, ὅμως οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ προΐενται, προχέονται καί φθάνουν μέχρις ἡμῶν ὡς κάλλος ἐράσμιον, φῶς ἄπλετο, δόξα ἀπόρρητος.

(Σελ. 27) Αὐτό τό ἴδιο φῶς τό ἄκτιστο, ἡ εὐλογία καί ἡ χάρις, νοιώθεις νά προχωρῆ σ' ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος, σ' ὅλο τόν λαό μας, τόν χῶρο τῆς ζωῆς του καί τό ἦθος του.

Τά ἤθη καί τά ἔθιμά μας εἶναι λειτουργικά. Καί ἡ ἀγωγή, τό ἦθος, ἡ παιδεία μας εἶναι της Ἐκκλησίας.

Μέσα στήν Ἐκκλησία ὅλα ἁγιάζονται καί εὐλογοῦνται καί ἀποκτοῦν ἕνα προσωπικό χαρακτήρα.

(Σελ. 28) Ὅλα ἔχουν ἕνα προσωπικό χαρακτήρα. Δημιουργήθηκαν ἀπό πρόσωπο. Σέβονται τόν ἄνθρωπο. Δημιουργοῦν πρόσωπα.

Ἀνασταίνουν τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Παίρνει ὄνομα ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν Ἐκκλησία… Καί ἀπό τά ὑλικά δημιουργήματα προχέεται χάρις προσωπική, ἀνταύγεια ἄκτιστη, ἀνάπαυση καί εὐλογία, πού θεώνει τόν ἄνθρωπο».

Ἀφοῦ εἴδαμε τί εἶναι ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τώρα θά δοῦμε τί εἶναι γιά μᾶς τούς Ἕλληνες καί γενικά τούς Ὀρθοδόξους ἡ Ἁγαα-Σοφιά, τό Μέγα Μοναστήρι.

(Σελ. 28) «Κέντρο τῆς ζωῆς μας ὁ Χριστός. Κέντρο κάθε κοινότητος ὁ ναός. Κέντρο τοῦ Γένους μας ὁλοκλήρου ἡ Ἁγια-Σοφιά, ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία… (σελ. 29).

Μπορεῖ νά ἔπεσε ἡ Πόλις, νά ξεσκίστηκαν τά ψηφιδωτά τῆς Μονῆς τῆς Χώρας, νά ἀτιμάστηκαν τά ἁγιάσματα, νά ἔγινε τζαμί, μουσεῖο ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία. Κάτι, ὅμως, δέν πέφτει, δέν ξεσχίζεται, δέν ἀτιμάζεται. Ἡ Ἁγια-Σοφιά λειτουργεῖ. Ἡ Ἐκκλησία ζῆ. Κάθε ξωκκλήσι, κάθε Λειτουργία, κάθε πιστός εἶναι Ἁγια-Σοφιά…

Μπαίνοντας στήν Ἁγια-Σοφιά, νοιώθεις σ' ὅλη σου τήν ὕπαρξι τί σημαίνει «καινή κτίσις», μένεις ἀκίνητος… Βλέπεις πῶς τό τεράστιο, τό βαρύ, τό ἀσήκωτο μπορεῖ νά ὑψωθῆ, νά ἀναληφθῆ καί νά γίνῆ οὐρανός, μένοντας ταυτόχρονα γῆ. Μιά οὐράνια ὀπτασία μέ ὑλική ὑπόσταση φωτίζει τό εἶναι σου.

(Σελ. 30) Καταλαβαίνεις γιατί οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Βλαδιμήρου τῆς Ρωσίας, ὅταν μπῆκαν μέσα ἐδῶ, ἔμειναν ἐνεοί. Δέν μπόρεσαν νά ἐπισκεφθοῦν ἄλλη χώρα γιά ἄλλη θρησκεία, δέ χωροῦσε καμμιά συζήτηση. Ἐδῶ, εἶπαν, βρίσκεται ὁ οὐρανός πάνω στή γῆ.

(Σελ. 31) Ὁ Λόγος ἐσαρκώθη. Τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνος διετυπώθη. Ἡ Ἁγια-Σοφιά ἐκτίσθη. Ἡ Λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου ἱερουργεῖται. Αὐτός εἶναι ὁ ἄξονας τῆς ἱστορίας μας.

Ἡ «κόκκινη Μηλιά» δέν εἶναι ἕνας γεωγραφικός τόπος. Ἡ Μεγάλη Ἰδέα – σήμερα μπορεῖ νά την ὀνομάζωμε Κοινή Ἀγορά – δέν εἶναι ἡ κατάληψι ἑνός χώρου, ἀλλά ἡ ἄνοδος σέ ἕνα πνευματικό ἐπίπεδο, τό νά ἀναχθοῦμε στό ὕψος τοῦ ἤθους τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς, στό ὕψος τῆς ὀρθοδόξου Θείας Λειτουργίας…

(Σελ. 32) Κάθε κοινότης μέ τήν Θεία Λειτουργία ἀποκτᾶ τόν καθολικό της χαρακτήρα.

Καί ὅλο τό Γένος μας εἶχε καί ἔχει μιά οἰκουμενική ἀποστολή, νά μεταφέρη τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου, τῆς ἀναστάσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Μέσα ἀπό τούς πειρασμούς ἀναδύεται ἄνεσι πνευματική στήν προσωπική ζωή. «Ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος».

(Σελ. 34) Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Καί τό φῶς αὐτό τό ἀνέσπερο, ἡ χαρά ἡ ἄληκτη, πού γεννᾶται ἐκ τοῦ τάφου, συγκρατεῖ, συνέχει καί καλλύνει τά πάντα μέσα στήν Ἐκκλησία.

(Σελ. 35) Ἡ θεολογία καί ἡ εὐσέβεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀνακεφαλαιώνονται στόν χαρακτηρισμό τοῦ ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ: « Χαρά μου, Χριστός Ἀνέστη».

Μετά ἀπό αὐτά ἐρχόμαστε στήν ἐνσάρκωση τῆς ἀγωγῆς καί τῆς χάριτος τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, πού διακρίνεται στά πρόσωπα ὅλων τῶν Ἁγίων.

(Σελ. 36) «Μποροῦμε, ὅμως, νά τά δοῦμε χαρακτηριστικά καί χειροπιαστά στήν μορφή καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού γεννιέται πνευματικά στό Ἅγιον Ὄρος, παίρνει εὐλογία ἀπό τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κυρ Σωφρόνιο καί βγαίνει στό κήρυγμα… Ἔζησε στό Ὄρος 17 χρόνια. Ἀσκήθηκε. Ἔγινε Ἁγιορείτης ἀληθινός. Ἔμαθε νά εἶναι ταπεινός. Ἁγιάστηκε. Ἦταν καλή φύσι ὁ ἴδιος. Καί ἀνέτειλε ἀπό μέσα του αὐτό τό θαῦμα, ὁ ἥλιος, πού ἐφώτισε τήν ὑπ' οὐρανόν… Δέν τόν ἐδίδαξε κανείς ἐπί μέρους πράγματα˙ πῶς νά μιλᾶ, πῶς νά γράφει στόν κάθε παςᾶ, πῶς νά διοργανώση τήν παιδεία…  (Σελ. 37) Μέσα στήν Ἐκκλησία δέν παίρνεις ἐξωτερικές μηχανικές ἐντολές, πού σέ κάνουν ἑτεροκίνητο, οὔτε αὐτοσχεδιάζεις, μεταβάλλοντας σέ πειραματόζωα τούς ἀνθρώπους, πού ποιμαίνεις. Ἀλλά, εἶσαι ἐλεύθερος, κινεῖσαι αὐθόρμητα καί ὑπακούεις στήν μίαν Ἀλήθεια καί ζωή.

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς «μέ ὅλη του τήν ζωή λέει στούς Χριστιανούς : (Σελ. 38) Μή φοβᾶστε καθόλου. Εἶμαι μαζί σας. Εἶμαι ἐλάχιστος καί ἀδύνατος. Δέν εἶμαι ἱκανός, ὄχι νά σᾶς διδάξω, ἀλλά οὔτε νά φιλήσω τά ποδάρια σας. Εἶστε βαπτισμένοι, μυρωμένοι καί ὁ καθένας σας εἶναι μεγαλύτερος ἀπ' ὅλο τόν κόσμο.

Καί ἐγώ σᾶς ὁμιλῶ σάν ἀδελφός, ὄχι σάν δάσκαλος. Ἡ δουλειά ἡ ἐδική μου εἶναι ἡ ἐδική σας, εἶναι τῆς πίστεώς μας, τοῦ γένους μας. Δέν ζητῶ χρήματα, σκούμπουρο, κουρνιαχτό καί ἀράχνη. Μέ λέγει ὁ Χριστός, νά ζητήσεις ἕνα πρᾶγμα, ὅπου εἶναι τιμιώτερον ἀπό ὅλον τόν κόσμον : νά ζητήσεις τούς ἀδελφούς σου καί τες ἀδελφές σου, νά δεθῆτε μέ τήν ἀγάπην, νά σᾶς βάλω εἰς τόν Παράδεισον, νά χαίρεσθε πάντοτε… Μή φοβᾶστε κανένα. Δῶστε ὅ,τι σᾶς ζητοῦν. Δῶστε χαράτσια, χρήματα, πράγματα. Καί τό κορμί σας ἄς τό καύσουν, ἄς τό τηγανίσουν. Δέν θά δώσετε μόνο τήν ψυχή σας καί τόν Χριστό. Ἀπ' ἐκεῖ θά βγοῦν ὅλα. Καί ἀνοῖξτε σχολεῖα Ἑλληνικά. Νά βάλετε ὅλοι σας, γιά νά σπουδάζουν ὅλα τά παιδιά, χωρίς νά πληρώνουν. Νά μάθουν τά παιδιά τήν Ἑλληνική γλῶσσα, γιά νά ξεσκεπάσουν ὅλα μυστήρια τῆς ζωῆς καί τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶναι ἐκεῖ κρυμμένα… τό σχολεῖον ἀνοίγει τες ἐκκλησίες, τό σχολεῖον ἀνοίγει τά μοναστήρια…».

(Σελ. 40) Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς «εἶναι ἀληθινός ἐπαναστάτης, ἀνανεωτής τῶν πάντων. Κρίνει τόν πλούσιο, πού δέν δίνει στόν φτωχό. Διοργανώνει δωρεάν παιδεία. Σέβεται τήν γυναῖκα. Βλέπει ὅτι τήν καταπιέζουν. Φανερώνεται πραγματικός ὑπερασπιστής της. Ρίχνει ὅλους στό φιλότιμο. Εἶναι ρήτορας, παιδαγωγός, ἱεροκήρυκας, γλωσσοπλάστης, ἡσυχαστής. Εἶναι θεός κατά χάριν.

(Σελ. 41) Γι' αὐτό καί ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα νά τόν κρεμάσουν, δέν ἀντιστάθηκε καθόλου. Ζήτησε ἤρεμα νά μή τοῦ δέσουν τά χέρια… Ὁ θάνατός του ὁ μαρτυρικός ἦταν μέσα στήν πορεία τῆς ζωῆς του, ἦταν ἕνα κομμάτι τοῦ κηρύγματός του, μιά ἐπιβεβαίωσι ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε…».

(Σελ. 42) Στή συνέχεια τό κείμενο τῆς Ἱ. Κοινότητος ἀναφέρεται στόν Στρατηγό Μακρυγιάννη, «πού πῆρε σωστή ἀγωγή ἀπό τήν «ματοκυλισμένη πατρίδα» του καί τήν θρησκεία του. Μιλᾶ στόν «ἅι-Γιάννη» σάν τόν καλύτερό του φίλο. Καί ὁ Ἅι-Γιάννης τόν βοηθᾶ καί προχωρεῖ στήν ζωή του. Καί ἀγωνίζεται καί νικᾶ…

(Σελ. 43) Μέσα ἀπό τά Ἀπομνημονεύματά του φαίνεται ἕνας γνήσιος πιστός μέ ξεκάθαρα ὀρθόδοξα φρονήματα, πού ξέρει τί πιστεύει καί ζητᾶ ἀπό τόν βασιλέα νά βοηθήση τόν λαό τοῦτον νά δοξάση τόν Θεό του ὀρθοδόξως καί Ἀνατολικῶς…

(Σελ. 44) Στά «ὁράματα καί θαύματα» λέει τά ἑξῆς ὁ Μακρυγιάννης γιά τήν Ὀρθοδοξία : «Τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀρκετά φέγγει συγκολλημένο εἰς τόν σταυρόν, καρφωμένο, ματοκυλισμένο˙ ὅστις ἔχει πίστη, ἀπό τόν γκρεμνόν σώζει˙ ὅστις πίστη δέν ἔχει, τσακίζεται καί συντρίβεται διά πάντα».

Τώρα τό ἱεροκοινοτικό κείμενο, ἀφοῦ ἀναφέρθηκε στό Ἅγιον Ὄρος, στήν Ἁγια-Σοφιά, στόν ἅγ. Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό, στόν Στρατηγό Μακρυγιάννη  καί στήν Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, πού ἐκπροσωποῦν, ἔρχεται στή σύγχρονη πραγματικότητα :

(Σελ. 44) «Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά μέ κεῖνα, πού μᾶς μαθαίνουν στό σχολεῖο «ἀρχή καί τέλος»; Τί σχέση ἔχουν οἱ διοργανωτές τῆς Παιδείας μας μέ τούς γενάρχες τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ;

Θαυμάζουμε τόν πατρο-Κοσμᾶ καί λογοκρίνουμε τήν διδασκαλία του˙ δέν τον ἀφήνουμε νά πῆ στά παιδιά τήν ἀλήθεια.

Ἐπαινοῦμε τόν Μακρυγιάννη καί περιφρονοῦμε τήν καρδιά τῆς ζωῆς του, βγάζοντάς τον τρελλό καί θρησκόληπτο.

Τί σχέση ἔχει ὁ ἀνδρισμός καί ἡ χάρι τῶν Ἁγίων καί τῶν παλλικαριῶν τῆς παραδόσεώς μας μέ τό ἦθος αὐτῶν, πού κάνουν διακηρύξεις γιά νέα ζωή στά παιδιά»;

Καί ἐρωτᾶ τό κείμενο τούς ἀναγνῶστες : (Σελ. 46) «Γιατί νά μήν ἀνάψουμε τή λαμπάδα τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ ἀπ' ἐδῶ; Νά δώσουμε σ' ὅλα τά παιδιά τή δυνατότητα, πλησιάζοντας τούς πυρφόρους καί θεοφόρους τούτους ἀνθρώπους, τούς Ἁγίους μας, νά γίνουν κι αὐτά ἄνθρωποι ζωντανοί, αὐθόρμητοι, φοβεροί τοῖς ὑπεναντίοις, ἀτρόμητοι σέ κάθε κίνδυνο, σέ κάθε ἀπειλή˙ φοβεροί στόν ἴδιο τόν θάνατο;

Τί θά ἔκανε ὁ Ἅγ. Κοσμᾶς, ὁ θεμελιωτής τῆς Νεοελληνικῆς Παιδείας, ἄν ζοῦσε σήμερα»; Τό κείμενο λέει :

(Σελ. 48) Εἶναι σαφέστατη ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ. Ἄν ζοῦσε ἐν σαρκί σήμερα, ἤρεμα καί ἀσυζήτητα, χωρίς νά χαρίζεται σέ κανένα, οὔτε νά χρονοτριβῆ, θά ἔκλεινε τά ὑπάρχοντα σχολεῖα. Θά ἄνοιγε ἄλλα. Εἶναι εἰδωλοκλάστης ἀναντιμετώπιστος. Καί φίλος τοῦ ἀνθρώπου. Ἀνασταίνει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, στόν λαό…

(Σελ. 49) Μετά ἀπ' ὅλα αὐτά μᾶς ρωτοῦν : Εἶστε ὑπέρ τῆς δημοτικῆς ἤ ὑπέρ τῆς καθαρευούσης;

Δέν εἴμαστε οὔτε ὑπέρ τῆς καθαρευούσης, οὔτε ὑπέρ τῆς δημοτικῆς. Εἴμαστε κατά τοῦ ψέμματος καί τοῦ ἐμπαιγμοῦ… Ἔπρεπε, μόλις ἡ δημοτική ἔγινε ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ κράτους, νά αὐξηθεῖ ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, γιά νά βρεθεῖ μιά ἰσορροπία.

(Σελ. 50) Ἀλλά, φέρεται ὡς ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἁπλοποίηση γίνεται, γιά νά μή κουράζωνται τά παιδιά. Γι' αὐτό καταργεῖται ἡ διδασκαλία τῆς γλώσσας τῶν πατέρων μας. Γι' αὐτό καταργοῦνται οἱ τόνοι.

Καί ποιός μας εἶπε ὅτι δέν θέλει ἤ δέν πρέπει τό παιδί νά κουράζεται;

Πρέπει αὐτός, πού δίδει τήν ἀγωγή καί προσφέρει παιδεία, νά ξέρη ποιός κόπος θά ξεκουράση τόν μαθητή καί ποιά ξεκούραση θά τόν φέρει σέ ἀδιέξοδο καί ναυτία… Ποιός μᾶς ἔδωσε τό δικαίωμα, ἀπό ποῦ τό πήραμε, νά καταδικάζουμε διά μιᾶς σ' αὐτή τήν ζοφερή ἀμάθεια ὅλα τά παιδιά τῆς Ἑλλάδος; …

(Σελ. 52) Ποιός μπορεῖ νά βοηθήσει τά παιδιά νά μείνουν «ἀγράμματα» σάν τόν Μακρυγιάννη,  νά μάθουν, νά πάρουν τήν χάρι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί τότε νά γίνουν, οἱ ἀγράμματοι, οἱ καλύτεροι πεζογράφοι μας;

(Σελ. 53) Ἀλλά, ἐμεῖς οὔτε μέ τήν ἁπλήν καθαρεύουσαν, οὔτε μέ τήν δημοτική, φαίνεται ὁδηγήσαμε τά παιδιά σ' αὐτήν τήν πηγή, σ' αὐτή τήν αἴσθηση, πού χάρισε καί χαρίζει πάντοτε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού μιλᾶ ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὅλες τίς γλῶσσες καί μετά δίδει τό ἕνα Πνεῦμα.

Καταδικάζουμε τόν νέο ἄνθρωπο στήν φυλακή. Καί τοῦ δίνουμε τή δυνατότητα νά κάνει διαβήματα, συνδικαλισμούς και συλλαλητήρια. Νά ἔχη αἰτήματα διαμορφώσεως τοῦ κλειστοῦ χώρου καί ὅσο πετυχαίνει στούς στόχους του, τόσο πιό πολύ βυθίζεται σέ ἀδιέξοδο.

(Σελ. 54) Θέλουμε τήν ἐλευθερία, πού ἁρμόζει στήν φύσι μας. Σεβασμό σ' αὐτό πού εἴμαστε ὡς ἄνθρωποι. Καί μετά ὅλα τά ἄλλα… Ἡ λογική τούτου τοῦ κόσμου μόνη της εἶναι φέρετρο. Τί νά τήν κάνω τήν ἐπιτυχία, πού δέν νικᾶ τόν θάνατο; Ἄς ἔλθουν ὅλες οἱ ἀποτυχίες ἀρκεῖ νά νικηθεῖ ὁ θάνατος καί νά πλημμυρίσει αἰωνιότητα ἀπό τώρα ἡ ζωή μου ἡ ἀποτυχημένη.

(Σελ. 58) Ἀκοῦμε νά μιλᾶνε σήμερα γιά κουλτούρα, ἐπαναστατικά κινήματα, διανόησι καί προοδευτικότητα… Μέσα ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἡσυχία καί τήν ζύμωσι τοῦ νέου κρασιοῦ, πού σχίζει τά παλιά ἀσκιά, ὅλα αὐτά δέν φαίνονται φοβερά γιά τήν τόλμη τους, ἀλλά ἀνεπαρκῆ γιά τήν εὐτέλειά τους… Ὁ ἄνθρωπος δέν χωρᾶ ἐδῶ. Ὅλη ἡ κτίση, ἡ ἱστορία, ὁ κόσμος, ἡ κουλτούρα, ἡ πρόοδος, ἡ ἐπανάστασι – ἄν θέλετε καί ἡ θεολογία καί ἡ ἀρετή – ὅταν ξεκινοῦν καί τελειώνουν ἐδῶ, εἶναι φενάκη καί ὄπιο γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ… Μέσα στήν Ἐκκλησία, ὅμως, συμβαίνουν τά ἑξῆς :

(Σελ. 59) Μέ τήν πράξι καί τήν ἐνέργεια φτάνομε ἐκεῖ, ὅπου ὅλα γίνονται μόνα τους, ἀκόπως, «αὐτομάτως».

Καί ἀφαιρεῖται τό αὐτεξούσιον ἀπό τοῦ ἀνθρώπου. Καί ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό μήτε ἀρξάμενον μήτε παυσόμενον Πνεῦμα. Καί γίνεται κατά χάριν ἄναρχος καί ἀτελεύτητος. Ἔγινε ἕνα μέ τόν Θεό. Καί εἶναι πάντα ὅσα ὁ Θεός, χωρίς τῆς κατ' οὐσίαν ταυτότητος – χωρίς νά εἶναι κατά τήν οὐσία Θεός – (ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής).

(Σελ. 65) Ἡ Ἐκκλησία οὔτε ἀφήνει τόν ἄνθρωπο ἄθικτο, κολακεύοντας τά πάθη του, οὔτε τόν ἐκνευρίζει ἄσκοπα μέ στεῖρες ἐντολές, πού ἀποβλέπουν σέ ἐφήμερες ἐπιτυχίες καί καταστρέφουν τήν φύσι του. Γνωρίζει τίς ἀδυναμίες καί τήν ἀρρώστεια τοῦ ἀνθρώπου. Ξέρει ὅτι ὁ ἄρρωστος ἔχει ἀνάγκη φροντίδος καί ὄχι ἐπιτιμίου. Ἐπεμβαίνει διακριτικά καί σωτήρια, ἀκόμη καί ὅταν ἡ ἐπέμβαση εἶναι φοβερά ἐπώδυνη…

(Σελ. 66) Δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία αὐτή, πού νομίζουμε. Δέν εἶναι αὐτή, πού χτυπᾶμε, αὐτή πού βαλθήκαμε νά καταστρέψουμε. Δέν ἔχει σχέση ἡ Ὀρθοδοξία μέ «μεσαιωνισμούς», «μυστικισμούς», «κληρικαλισμούς», «σχολαστικισμούς», πού ἀκοῦμε. Τόσοι δυτικοθρεμμένοι νομίζουν ὅτι σέ Δύση καί Ἀνατολή ὅλοι οἱ ὅροι ἔχουν τό ἴδιο περιεχόμενο. Καί προσπαθοῦν νά μᾶς ἐλευθερώσουν ἀπό ἀρρώστειες, πού δέν περάσαμε. Καί μᾶς ἀρρωσταίνουν μέ τίς θεραπεῖες τους. Καί μᾶς περιπλέκουν μέ τίς λύσεις τους.

(Σελ. 68) Γνωρίζοντας τήν Ὀρθοδοξία, αὐτή πού εἶναι, ἰσορροποῦμε… Τό νά γίνουμε ὀρθόδοξοι, δέν σημαίνει κάπου νά κλειστοῦμε, ἀλλά κάπου νά ἀναχθοῦμε : Νά βγοῦμε στό ὕψος τοῦ σταυροῦ τῆς ἀγάπης…

Ἄν αὐτοί, πού προηγήθηκαν ἡμῶν καί ἔζησαν καί τάφηκαν σέ τοῦτα τά χώματα, αὐτοσχεδίαζαν, κάνοντας τό κέφι τους, τότε θά μπορούσαμε καί μεῖς νά συνεχίσωμε, αὐτοσχεδιάζοντας…

(Σελ. 69) Τώρα δέν εἶναι ἔτσι. Τώρα βρισκόμαστε ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ἁγίῳ. Δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἐπιπόλαιοι. Δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας. Ἀνήκομε σ' αὐτούς, πού μᾶς γέννησαν καί σ' ὅλο τόν κόσμο. Εἴμαστε χρεωμένοι μέ πνευματική κληρονομιά. Δέν μᾶς σώζει καμμιά δικαιολογία. Καί ὅλα νά τά πετάξωμε ἀπό τό σχολειό, τά ἀρχαῖα, τά νέα, τά ἱερά καί τά ὅσια, δέν μποροῦμε νά δικαιολογηθοῦμε σέ κανένα, νά ἀπαλλαγοῦμε, οὔτε νά ξεχάσουμε τό χρέος μας…

Θέλουμε μεταρρύθμισι τῶν πάντων. (Σελ. 72) Καί αὐτή ἡ μεταρρύθμισι μπορεῖ νά γίνει μέ τό νά μή κάνουμε καμμιά μεταρρύθμισι, ἀλλά νά ζήσωμε αὐτό, πού ἔχουμε. Νά γίνωμε αὐτό, πού εἴμαστε, (πού πρέπει νά εἴμαστε). Νά συνειδητοποιήσωμε αὐτό, πού μᾶς κληροδοτήθηκε καί ὑπάρχει μέσα μας…».

Ποιά εἶναι ἡ σημασία τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παιδείας γιά τήν ἐποχή μας; Τό ἱεροκοινοτικό κείμενο σημειώνει : (Σελ. 73) «Προχώρησε ἡ Δύση στήν φιλοσοφία της. Προώδευσε στήν γραμμή : ἡ γνῶσι γιά τήν γνῶσι. Ἔφτιαξε τόν τεχνικό πολιτισμό, τήν πιό πεποικιλμένη φυλακή γιά τόν ἄνθρωπο.

Καί ἐπαναστατεῖ σήμερα ἡ νέα γενιά. Ἀντιδρᾶ ὁ πιό ζωντανός κόσμος στή Δύσι. Λέει ὄχι στόν πολιτισμό του. Ζητοῦν κάτι ἄλλο, πιό σημαντικό, πιό μυστηριακό, πού νά ἀφορᾶ καί νά σέβεται τόν ὅλο ἄνθρωπο. Πᾶνε πέρα – δῶθε.

Φτάνουν μέχρι τήν Ἄπω Ἀνατολή, ζητώντας ψυχοσωματική ἰσορροπία. Πέφτουν οἱ πολιτισμένοι Εὐρωπαῖοι θύματα στά χέρια τῶν μάγων τῆς Ἀνατολῆς, πού τους ἐκμεταλλεύονται καί τούς ὑπόσχονται παραδείσους. Καί εἶναι ὅλα αὐτά τά συστήματα καί οἱ θεωρίες, ἀπό ψυχολογικές ὑποβολές, μέχρι ἀγυρτίες καί δαιμονισμοί, καί ἔρχονται οἱ γκουρού καί δάσκαλοι τῶν συστημάτων στή Δύσι. Κερδίζουν ἔδαφος στίς ψυχές τῶν νέων…

Τί συμβαίνει σ' αὐτούς; (Σελ. 74) Μπορῶ νά ἀναπνέω, ἄν θέλω, ἀπό τό περιεχόμενο μιᾶς φιάλης ὑγραερίου. Δέν μπορῶ, ὅμως, νά ἐπιζήσω, ἀναπνέοντας αὐτό τό ἀέριο. Τά σπλάχνα μου εἶναι πλασμένα γιά τόν ἀτμοσφαιρικό ἀέρα. Δέν μπορῶ νά ἀλλάξω τήν φύσι τους. Καί τά σπλάχνα τοῦ ὅλου ἀνθρώπου εἶναι φτειαγμένα, γιά νά ἀναπνέουν μέσα στόν χῶρο, τό κλίμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καί μέσα στήν εὐρυχωρία τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά πραγματοποιήση τόν ἑαυτό του. Νά φτάσει στήν θέωση.

Γιά τό πιό μεγάλο πρόβλημα, γιά τό πιό τελευταῖο, ἐπεῖγον καί σέ παγκόσμια κλίμακα ἁπλωμένο, τό θέμα τῆς ἀνησυχίας τῆς νέας γενιᾶς, ἡ ἱκανή νά βοηθήσει δωρεάν ὅλον τόν κόσμο, ἀποτελεσματικά καί βέβαια, εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

Ἡ ἱστορία, ἡ ἐξέλιξι ὁδηγεῖ στήν Ὀρθοδοξία.

Καί ἄν ἔρχωνται σήμερα στό Ὄρος νέοι ἄνθρωποι ἀπ' ὅλη τήν Ἑλλάδα καί ἄν καταφθάνουν ἀπ' ὅλο τόν κόσμο, εἴτε γιά νά γίνουν μοναχοί, εἴτε γιά νά βαπτισθοῦν στό φῶς τῆς χάριτος, δέν τό κάνουν, ἐπειδή κάποιος ἐξωτερικά τούς ὠθεῖ, ἀλλά ἐπειδή μιά προσωπική δίψα τούς ἕλκει. «Ἀπό τήν Εὐρώπη γυρίσαμε πεινασμένοι», ἔγραφε ὁ Σεφέρης. Πάλι τά παιδιά τῆς Εὐρώπης καί ὅλου τοῦ κόσμου μένουν πεινασμένα. Καί δικαιολογημένα ἀντιδροῦν καί θά ἀντιδροῦν ἐν ὅσῳ πᾶνε νά τά ταΐσουν μέ ψευδαισθήσεις καί ὄπια τεχνητῶν παραδείσων.

Καί δικαιώνεται ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί Ἐκκλησία».

Καί τελειώνει τό ἱεροκοινοτικό κείμενο μέ τά ἑξῆς : (Σελ. 76) «Ἀγαπητοί ἐν Χριστῳ ἀδελφοί. Ὄντας ἔξω ἀπό τόν κόσμο, βρισκόμαστε κάπως στήν καρδιά τοῦ κόσμου. Ὄντας μακρυά ἀπό τόν κόσμο, δεχόμαστε τούς ἀνθρώπους ἀπ’ὅλο τόν κόσμο, πού ἔρχονται νά ἀνοίξουν τήν καρδιά τους, τό ἄγνωστο βάθος τους, σέ κάποιον πού ζεῖ στήν ἔρημο καί προσπαθεῖ νά ἀνήκη μόνο στόν Θεό καί σέ ὅλους τούς ἀγνώστους ἀδελφούς του…

Στό Ἅγιον Ὄρος μέ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο ζοῦν οἱ παλιοί Ἅγιοι καί ἀκούγεται ὁ πόνος καί ὁ κλαυθμός τῆς ἀνθρωπότητος…

Σάν Ἁγιορεῖτες πιστεύουμε ὅτι δέν ἐξορκίζεται ὁ δαιμονισμός μέ δαιμονισμό. Ἡ βία ἀντιμετωπίζεται μέ γαλήνη. Οἱ πάντες θά παλέψουν μέ τό ἀσθενές, μέ τό Ἀρνίον «τό ἐστώς ὡς ἐσφαγμένον ἀπό καταβολῆς κόσμου» καί θά τούς νικήσει τό Ἀρνίον… (Σελ. 78)

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἀγωγή ἔδωσε τήν δύναμη στόν Ἅγιο Κοσμᾶ καί βλάστησε ἀπό τόν τάφο του, τό σκαμνί του, αὐτό τό πολύκλωνο δέντρο, πού τρέφει τόν λαό. Ἡ ἴδια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔμαθε στόν Μακρυγιάννη νά προσεύχεται, ὅπως προσευχόταν, νά ἀπαντᾶ καί νά ἀντιμετωπίζει τόν Ντερνύ καί τόν Μπραΐμη, ὅπως τούς ἀντιμετώπισε μέ τόν λόγο του, τή χάρι του καί τήν ζωή του…

(Σελ. 79) Ἄς δώσωμε τήν δυνατότητα στά παιδιά νά γνωρίσουν τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τούς μεγάλους οἰκουμενικούς διδασκάλους… 

Ἄς τά ἀφήσωμε νά ἀνάψουν τήν λαμπάδα τοῦ εἶναι τους προσωπικά ἀπό τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἄν αὐτό συμβῆ, τότε καμμία ἀπειλή δέ θά μπορῆ νά σβήση τό φῶς καί τήν φλόγα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Κάθε θύελλα, δοκιμασία, θά κάνη τό φῶς αὐτό νά λάμπη τηλαυγέστερα καί νά φωτίζη τήν ὑπ' οὐρανόν.

Θά μποροῦν ἔτσι ὅλα τά παιδιά νά ζήσουν, νά χαροῦν τήν ζωή τους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐν παντί καιρῷ καί τόπῳ. Καί ὁ δικός μας ὁ καιρός, ὁ δύσκολος καί ζοφερός˙ καί ὁ δικός μας τόπος, ὁ μικρός καί καθαγιασμένος, θά ἀναδειχθῆ πάλι πηγή ζωῆς καί φάους γιά τούς πολλούς
«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».